Αναζήτηση

Κάνναβη και κοινωνικοί παράγοντες που επηρεάζουν την διακοπή της χρήσης της

Ενημερώθηκε: Μαρ 31

Στο άρθρο αυτό θα μιλήσουμε για την κάνναβη, τις επιπτώσεις της αλλά και τους κοινωνικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν το άτομο στο να διακόψει την χρήση της όπως αυτοί ορίστηκαν από την Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς του Ajzen το 1991. Όλα τα παραπάνω βασίζονται σε μία πρόσφατη μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε σε ελληνικό πληθυσμό (Ν=120).



Κάνναβη και επιπτώσεις της χρήσης της

Η κάνναβη είναι ένα φυτό με μεγάλη ιστορία, ενώ είναι ευρέως διαδεδομένη η φαρμακευτική χρήση της σε ποικίλα πολιτισμικά πλαίσια τόσο για σωματικούς όσο και ψυχολογικούς λόγους. Πλέον θεωρείται μία από τις ελαφριές ναρκωτικές ουσίες, όμως το νομοθετικό πλαίσιο τείνει σιγά σιγά να αλλάζει παγκοσμίως καθώς πολλές χώρες υιοθετούν μία πιο ελαστική στάση (νομοθετικά μιλώντας) ως προς την φαρμακευτική της χρήση. Επίσης, μέχρι το 2016 τέσσερις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Αλάσκα, Κολοράντο, Όρεγκον και Ουάσιγκτον) είχαν ήδη νομιμοποιήσει την χρήση κάνναβης όχι μόνο για φαρμακευτικούς αλλά και για ψυχαγωγικούς σκοπούς (Brackenbury et al., 2016).

Παράλληλα, η κάνναβη αυτή τη στιγμή αποτελεί την πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία παγκοσμίως με ποσοστά χρήσης που κυμαίνονται από 2.8% μέχρι 4.5% (Gullo et al., 2017). Υπάρχουν διάφορα είδη κάνναβης και κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με την ποσοστιαία συγκέντρωση της ψυχοδραστικής ουσίας που είναι η τετραϋδροκανναβινόλη (THC).

Σύμφωνα με τους Freeman & Winstock (2015) υπάρχουν τρία (3) βασικά είδη κάνναβης:

  • κάνναβη υψηλής περιεκτικότητας γνωστή ως «σκανκ» (~15-20% THC)

  • κάνναβη χαμηλής περιεκτικότητας γνωστή ως «χόρτο» (~9% THC)

  • κάνναβη υπό την μορφή κομματιών που αποτελούνται από την συμπιεσμένη ρητίνη του φυτού γνωστά ως «χασις» (~5% THC).

Στην έρευνα τους οι Freeman & Winstock σύγκριναν αυτά τα τρία είδη και κατέληξαν στο συμπέρασμα πως όσο μεγαλύτερη η περιεκτικότητα σε THC τόσο πιο πιθανό είναι να εθιστεί το άτομο, ειδικά όταν αφορά νεαρές ηλικίες. Επιπρόσθετα, οι ίδιοι οι χρήστες χαρακτήρισαν την κάνναβη υψηλής περιεκτικότητας ως το είδος κάνναβης που προτιμούν αλλά παράλληλα την χαρακτήρισαν και την πιο ισχυρή από τα τρία σε αρνητική επίδραση (π.χ. απώλεια μνήμης ή παράνοια), γεγονός που φαίνεται να επιβεβαιώνει το συμπέρασμα τους όσον αφορά την σχέση περιεκτικότητας-εθισμού.

Επίσης, έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες όπως Γερμανία, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία και Ολλανδία έδειξαν πως άτομα που κάνουν καθημερινή χρήση είναι δύο φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν ψυχωτικά συμπτώματα σε σύγκριση με άτομα που δεν κάνουν καθόλου χρήση (Hall & Degenhardt, 2015). Παρόλο που η χρήση της ως φαρμακευτική ουσία ξεκίνησε πάνω από 5.000 χρόνια πριν, η χρήση της έχει οριοθετηθεί νομικά αφού φάνηκε πως η κάνναβη, όπως και τα περισσότερα παυσίπονα, οδηγεί σε εθισμό και προβληματική χρήση γενικότερα (Hall, 2014), ενώ ταυτόχρονα δε φαίνεται να έχει βρεθεί κάποια αποτελεσματική φαρμακευτική αντιμετώπιση στην περίπτωση του εθισμού (Gullo et al., 2017).



Όσον αφορά την μακροχρόνια χρήση κάνναβης, οδηγεί σε μία συνεχόμενη υπερδιέγερση του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος. Η υπερδιέγερση αυτή, προκαλεί σημαντικές νευροβιολογικές αλλαγές στις δομές του εγκεφάλου που ως αποτέλεσμα έχουν την σωματική εξάρτηση και την εμφάνιση συμπτωμάτων συνδρόμου στέρησης (π.χ. καταθλιπτική διάθεση, ευερεθιστότητα, μειωμένη όρεξη για φαγητό κ.ά.). Ποσοστιαία, περίπου 9% των ατόμων που γενικότερα κάνουν χρήση κάνναβης θα εθιστούν σε αυτή ενώ όταν η χρήση γίνεται από έφηβο το ποσοστό αυτό σχεδόν διπλασιάζεται στο 17%. Τέλος, μέσα από διάφορες έρευνες βρέθηκε πως όταν η χρήση είναι καθημερινή ή συστηματική τότε τα ποσοστά εξάρτησης κυμαίνονται από 25% έως 50% (Golocorbin-Kon et al., 2016).

Συνοπτικά, οι κύριες επιπτώσεις που προκαλεί η χρήση κάνναβης έχουν ως εξής:

  1. μειωμένες γνωστικές λειτουργίες κυρίως στην βραχύχρονη μνήμη και την προσοχή του ατόμου

  2. ευαισθησία στις ψυχωτικές διαταραχές, ειδικά όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό ψυχωσικών επεισοδίων

  3. αυξημένος κίνδυνος τροχαίων ατυχημάτων όταν ο/η οδηγός έχει κάνει πρόσφατη χρήση

  4. δυσφορία και άγχος

  5. κατά την εγκυμοσύνη φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη του εμβρύου


Συμπεριφορές ή συνήθειες που οδηγούν σε εξάρτηση ονομάζονται εξαρτητικές συμπεριφορές, οι οποίες είναι αυτό-καταστροφικές και συνήθως χαρακτηρίζονται από παρορμητική και συνεχόμενη χρήση κάποιας ουσίας ενώ πολλές φορές δεν συμπεριλαμβάνεται κάποια ουσία αλλά κάποια συνήθεια του ατόμου όπως π.χ. η τηλεόραση ή τα τυχερά παιχνίδια (Lichtenstein et al., 2014). Αυτού του είδους οι συμπεριφορές έχει βρεθεί ότι προκαλούν όχι μόνο συμπτώματα που θυμίζουν σύνδρομο στέρησης αλλά και σημαντικές αλλαγές στη δομή και την λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου όπως αναφέραμε και προηγουμένως. Υπάρχει πληθώρα ερευνών στις οποίες προσπάθησαν να βρουν τις μελλοντικές επιπτώσεις που προκαλεί η χρήση ουσιών σε νεαρές ηλικίες ενώ έχει βρεθεί ότι οι πιο συνηθισμένοι παράγοντες που επηρεάζουν ένα άτομο στο θέμα της χρήσης είναι οι υιοθετημένες συμπεριφορές του ατόμου, ο κοινωνικός περίγυρος, το κοινωνικό-οικονομικό και το πολιτισμικό πλαίσιο (Palmer & McGeary, 2016).

Έτσι, βλέπουμε πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των επιπτώσεων που επιφέρει η μακροχρόνια χρήση και των παραγόντων που καθιστούν κάποια άτομα πιο επιρρεπή στο να εθιστούν αφού παράλληλα υπάρχουν και περιπτώσεις ατόμων που κάνουν χρήση χωρίς την ύπαρξη κάποιου δυσλειτουργικού μοτίβου και μπορούν επιτυχώς να διακόψουν τη χρήση της.


Διακοπή της χρήσης

Τις περισσότερες φορές, όταν κάποιος/α θέλει να διακόψει την χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών ζητάει εξωτερική βοήθεια (π.χ. κέντρο απεξάρτησης). Στις περιπτώσεις όμως όπου αυτή η ουσία είναι η κάνναβη, οι περισσότεροι χρήστες τείνουν να το προσπαθούν μόνοι και μόνες χωρίς την αναζήτηση βοήθειας από ειδικό. Πολλοί λόγοι μπορεί να υπάρχουν για να θελήσει κάποιος/α να σταματήσει την χρήση και πιθανότατα οι λόγοι αυτοί να επηρεάζουν και το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής, κατά πόσο όμως το εκάστοτε κίνητρο είναι από μόνο του αρκετό ώστε το άτομο να καταφέρει και να σταματήσει την χρήση οριστικά?

Χρήσιμα είναι τα στοιχεία που σύλλεξε ο Hughes και οι συνεργάτες του σε μια πρόσφατη έρευνα του 2016 σχετικά με την διακοπή χρήσης κάνναβης καθώς κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα:

  • Οι περισσότεροι χρήστες αδυνατούσαν να σταματήσουν εντελώς τη χρήση με αποτέλεσμα η προσπάθειά τους να περιοριζόταν στην ελάττωση αυτής αντί της ολοκληρωτικής διακοπής.

  • Και η ολοκληρωτική διακοπή αλλά και η ελάττωση χρήσης ήταν σύντομες αφού μόνο ένα μικρό ποσοστό των ατόμων κατάφερε να παραμείνει «καθαρό» μετά από καιρό (>6 μήνες).

  • Κατά την αποχή των ατόμων από την κάνναβη υπήρχε μειωμένη χρήση τόσο καπνού όσο και αλκοόλ.

  • Μέχρι και η διακοπή λίγων ημερών ήταν αρκετή για να προκαλέσει συμπτωματολογία συνδρόμου στέρησης, αναλογικά πάντα με την συχνότητα χρήσης.

  • Μόνο το 8% των συμμετεχόντων που ήθελαν να σταματήσουν εντελώς την χρήση κατάφεραν και απείχαν από την ουσία μετά από 6 μήνες.


Ως αποτέλεσμα, συμπεραίνουμε ότι η διαδικασία της διακοπής είναι κάτι σύνθετο και πολυδιάστατο και όχι μία απλή απόφαση η οποία μπορεί να παρθεί έτσι απλά χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη, όποια κι αν είναι αυτή σε κάθε περίπτωση.


Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς

Η Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς αναπτύχθηκε από τον Ajzen (1991) ενώ βασίζεται στην Θεωρία της Αιτιολογημένης Δράσης (Ajzen & Fishbein, 1980). Σύμφωνα με την Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς οποιαδήποτε συμπεριφορά πηγάζει από την «πρόθεση» του ατόμου να την πραγματοποιήσει. Έτσι, όσο πιο μεγάλη ή δυνατή είναι η πρόθεση αυτή, τόσο πιο πιθανό είναι το άτομο να την πραγματοποιήσει.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ajzen πρότεινε ότι η «πρόθεση» του ατόμου εξαρτάται από τους εξής άξονες :

  1. την υποκειμενική αντίληψη του ατόμου ως προς την συμπεριφορά

  2. την επιρροή που έχουν τα κοινωνικά πρότυπα και ο κοινωνικός περίγυρος στο άτομο

  3. τον αντιληπτό έλεγχο του ατόμου ως προς την συμπεριφορά


Με απλά λόγια, στην περίπτωση της χρήσης κάνναβης οι άξονες αφορούν στο τι πιστεύει το άτομο για την χρήση κάνναβης (π.χ. βοηθά το άτομο / έχει αρνητική επίδραση σε αυτό), στο τι πιστεύει ο κοινωνικός περίγυρος του ατόμου, είτε είναι οικογένεια είτε φιλικά πρόσωπα, και κατά πόσο ο περίγυρος αυτός επηρεάζει το άτομο ενώ τέλος, το κατά πόσο το άτομο αισθάνεται ικανό να πραγματοποιεί την συμπεριφορά και σε τι βαθμό αντιλαμβάνεται να έχει τον έλεγχο κατά την συμπεριφορά (π.χ. θεωρεί πως όποτε θέλει κάνει χρήση ή δεν μπορεί να το ελέγξει?).

Η Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε πολλά διαφορετικά πεδία μελέτης πέρα από την χρήση ουσιών όπως για παράδειγμα η χρήση προφυλακτικών (Sheeran & Orbell, 1998) και η χρήση ζώνης ασφαλείας σε αυτοκίνητο (Şimşekoğlu & Lajunen, 2008). Παρόλα αυτά, μέχρι πρότινος υπήρχαν ελάχιστες μελέτες που να διερευνούν την αλληλεπίδραση μεταξύ των αξόνων της Θεωρίας της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς και της διαδικασίας διακοπής χρήσης. Για αυτό το λόγο στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκε ακριβώς αυτή η αλληλεπίδραση σε ελληνικό πληθυσμό.


Αποτελέσματα

Στην έρευνα αυτή, πήραν μέρος 120 άτομα με μέσο όρο ηλικίας τα 26 έτη. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η υποκειμενική αντίληψη των ατόμων ως προς τη συμπεριφορά αλλά και η επιρροή του κοινωνικού περίγυρου μπορούσαν να προβλέψουν την πρόθεση του ατόμου. Αντιθέτως, ο αντιληπτικός έλεγχος φάνηκε να μην έχει αρκετή προβλεπτική ισχύ. Με άλλα λόγια, αν οι συμμετέχοντες είχαν την πεποίθηση πως το να σταματήσουν την χρήση θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα τότε θα ήταν πιο εύκολο να σταματήσουν τη χρήση, ενώ το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο κοινωνικός περίγυρος πίστευε παρόμοια πράγματα. Από την άλλη μεριά, ακόμη κι αν το άτομο πίστευε πως έχει τον έλεγχο και μπορεί να διακόψει ανά πάσα ώρα και στιγμή, η αντίληψη αυτή δεν θα επηρέαζε ενισχυτικά την προσπάθεια διακοπής, ή αν το έκανε η επιρροή θα ήταν αμελητέα.

Πλέον, γίνεται ξεκάθαρο πόσο αναγκαία είναι η υποστήριξη και η ψυχοεκπαίδευση όχι μόνο του ατόμου αλλά και των οικείων. Από την μία μεριά, χρειάζεται να διαλευκανθεί στο μυαλό του ατόμου γιατί χρησιμοποιεί την κάνναβη και πόσα έχει να κερδίσει από το να σταματήσει την χρήση ή την κατάχρηση, ταυτόχρονα με το πώς μπορεί να υιοθετήσει πιο υγιεινές συνήθειες. Από την άλλη μεριά όμως, είναι ζωτικής σημασίας η πλήρης ενημέρωση των οικείων για τα στάδια που μπορεί να περάσει το άτομο κατά τη περίοδο που σταματά την χρήση, για το πώς μπορούν οι ίδιοι να υποστηρίξουν την προσπάθεια αλλά και με ποιόν τρόπο να επικοινωνήσουν στο άτομο την στήριξη τους, αφού πολλές φορές βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι προσπαθώντας να βοηθήσουν και να παροτρύνουν κάποιον/α καταλήγουν να καταπιέζουν και εν τέλει να έχουν αντίθετα αποτελέσματα.

Όπως προαναφέρθηκε, μέχρι στιγμής δε φαίνεται να υπάρχει αποτελεσματική

φαρμακευτική παρέμβαση που να βοηθά το άτομο στο να σταματήσει την χρήση αλλά έχει φανεί πως όταν η προσπάθεια αυτή συνοδεύεται από συνεδρίες γνωσιακής-

συμπεριφοριστικής ψυχοθεραπείας, αυξάνονται κατά πολύ οι πιθανότητες το άτομο να διακόψει οριστικά τη χρήση (Gullo et al., 2017).

Συνοψίζοντας, μπορεί οι λόγοι που οδηγούν κάποιον/α στην χρήση κάνναβης ή στην διακοπή της να είναι ποικίλοι όμως είναι βέβαιο πως όταν ένα άτομο σε συνδυασμό με τον κοινωνικό περίγυρο παρατηρεί δυσλειτουργικά μοτίβα αναφορικά με την χρήση, τότε το να σταματήσει την χρήση αποτελεί μονόδρομο. Σε περίπτωση εθισμού που θέλουμε να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητες επιτυχούς διακοπής τότε ο μονόδρομος αυτός ιδανικό θα ήταν να συνοδεύεται από μία συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας, με σκοπό την αποφυγή όσο το δυνατόν περισσότερων επιπτώσεων στην υγεία του ατόμου, σωματική και ψυχολογική.

Βιβλιογραφία


Ajzen, I. (1991). The Theory of Planned Behavior. Organizational Behavior and Human Decision Processes, 50(2), 179-211. doi:10.1016/0749-5978(91)90020-t

Ajzen, A., & Fishbein, M. (1980). Understanding attitudes and predicting social behavior. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall: 6-41.

Brackenbury, L. M., Ladd, B. O., & Anderson, K. G. (2016). Marijuana use/cessation expectancies and marijuana use in college students. The American journal of drug and alcohol abuse, 42(1), 25-31.

Golocorbin-Kon, S., Pavlovic, N., Đanić, M., Lalic-Popovic, M., Gigov, S., Jojic, N., & Mikov, M. (2016). Is cannabis addictive? Your hosts Macedonian Pharmaceutical Association and Faculty of Pharmacy, Ss Cyril and Methodius University in Skopje, 471.

Gullo, M. J., Matveeva, M., Feeney, G. F., Young, R. M., & Connor, J. P. (2017). Social cognitive predictors of treatment outcome in cannabis dependence. Drug & Alcohol Dependence, 170, 74-81.

Hall, W. (2014). What has research over the past two decades revealed about the adverse health effects of recreational cannabis use? Addiction, 110(1), 19-35. doi:10.1111/add.12703

Hall, W., & Degenhardt, L. (2015). High potency cannabis. BMJ, 350, h1205.

Hughes, J. R., Naud, S., Budney, A. J., Fingar, J. R., & Callas, P. W. (2016). Attempts to stop or reduce daily cannabis use: An intensive natural history study. Psychology of Addictive Behaviors, 30(3), 389.

Lichtenstein, M. B., Larsen, K. S., Christiansen, E., Støving, R. K., & Bredahl, T. V. G. (2014). Exercise addiction in team sport and individual sport: prevalences and validation of the exercise addiction inventory. Addiction Research & Theory, 22(5), 431-437.

Palmer, R., & McGeary, J. (2016). Models of drug addiction: Theories and future applications in prevention and treatment. The Brown University Child and Adolescent Behavior Letter, 32(5), 1-7.

Sheeran, P., & Orbell, S. (1998). Do intentions predict condom use? Metaanalysis and examination of six moderator variables. British Journal of Social Psychology, 37(2), 231-250.

Şimşekoğlu, O., & Lajunen, T. (2008). Social psychology of seat belt use: A comparison of theory of planned behavior and health belief model. Transportation research part F: traffic psychology and behaviour, 11(3), 181-191.

325 προβολές

ePsychology.gr

Η υπηρεσία ePSY είναι μία δωρεάν διαδικτυακή υπηρεσία συμβουλευτικής. Δοκίμασε την τώρα!

Λάβετε μηνιαίες ενημερώσεις

Το ePsy δεν είναι ψυχοθεραπεία. 

Διαβάστε τους όρους χρήσης

© 2020 by ePsychology.gr Team |  Όροι χρήσης  |   Πολιτική Απόρρητου